Καδῆ Χριστοφ., Βαδίζειν σταθερῶς, σελ. 380: «Ὑβρίσθη, ἐπροπηλακίσθη, ἐσυκοφαντήθη. Καί τί δέν τοῦ ἔκαμαν οἱ ἐχθροί του! Καί ὅμως αὐτός ὡς ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος ἔλεγε ″Κύριε, μή στήσῃς αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην″».
Ὅ.π., σελ. 373: «Πολύ ηὐχαριστήθην πού ἀνέγνωσα καί εἰς τήν ″Ἀνάπλασιν″ καί εἰς τόν ″Ἐλεύθερον Κόσμον″ τάς δηλώσεις τῶν συκοφαντῶν σας. Οὕτως ἔληξε τό ζήτημα καί πανηγυρικῶς ἐδικαιώθητε».
Μητροπολίτη Ἠλείας Ἀθανασίου, ἄρθρο Πιστός ἄχρι θανάτου, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), σελ. 84˙ Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν 1817-1967, τόμος Ζ΄, σελ. 4969: «...ἐπιστεύετο μάλιστα ὡς ὁ πλέον σκληρός καί ἄτεγκτος, αὐταρχικός καί πείσμων καί ἀδίστακτος καί δή κατά τάς ἡμέρας τῆς δράσεώς του, ὡς Ἀριστίνδην μέλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικτατορίας».
Βλ. Παράρτημα, σελ. 358-359.
Βλ. Παράρτημα, σελ. 366-375 τήν περίπτωση τοῦ ἀπό Ἀργολίδος Πειραιῶς Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος μετά ἀπό πολλά χρόνια φιλίας μέ τόν Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιο, ἔγινε ἐχθρός του, ἐκφέροντας μετά τό θάνατο τοῦ Διονυσίου βαριές ἐναντίον του κατηγορίες.
Ἐνορία, πρεσβ. Δημ. Ἡλιάδη (βλ. ὅλο τό κείμενο στό Παράρτημα τῆς Μεταπτυχιακῆς μας ἐργασίας Ποιμαντικές προοπτικές στά κείμενα καί τήν ζωή τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου): «Τό σέμνωμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὁ Πρύτανις καί Νέστωρ τῆς Ἱεραρχίας, ὁ Ἀποστολικός Ἱεράρχης Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, καί Μέγας Πρωταγωνιστής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας ἀναγεννήσεως, δέν εἶναι πλέον μεταξύ ἡμῶν˙ παρεδρεύει ἤδη εἰς τό Οὐράνιον Θυσιαστήριον. Κατώδυνοι ἀναλογιζόμεθα τήν στιγμήν αὐτήν τήν ἀπώλειαν, χωρίς νά εἶναι δυνατόν νά τήν σταθμίσωμεν. Θά περάσῃ χρόνος πολύς διά νά ἀρχίσῃ νά γίνεται ἀντιληπτόν τί ἐστερήθη ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ἑλληνική Πατρίς, τήν Κυριακήν 4.1.70, ὅτε ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ, κατόπιν μακρᾶς πολυωδύνου νόσου, ὁ μικρόσωμος Αὐτός Ἱεράρχης, ὁ Ὁποῖος ἐπέθεσε ἀνεξίτηλον τήν σφραγῖδα τῆς γιγαντιαίας προσωπικότητός Του ἐπί τῆς συγχρόνου πολυκυμάντου ἐκκλησιαστικῆς καί ἐθνικῆς μας ἱστορίας. Ὁ Τρίκκης Διονύσιος ὑπῆρξε εἰς ὅλα Μέγας καί ὑποδειγματικός».
Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Στα-
καί Παξῶν Πολύκαρπο καί Λαρίσης Θεολόγο, ἐπίσης ἀναφέρεται στήν ἔχθρα πρός τόν Τρίκκης Διονύσιο5. Ἀπό μία ἄλλη ἐπιστολή του προέρχονται κάποιες πληροφορίες καί γιά συκοφαντίες πρός τόν Τρίκκης6. Ἄλλοι πάλι τόν κατηγοροῦσαν γιά ἀκραίες πράξεις7. Οἱ πηγές διασώζουν τό γεγονός τῆς κυκλοφορίας τό 1963 ἑνός ἀνωνύμου λιβελλογραφήματος ἐναντίον τοῦ Τρίκκης Διονυσίου, στό ὁποῖο ἡ Μητρόπολη ἀπάντησε μέ ἀνακοίνωση στήν ἐφημερίδα «Ἀναγέννησις» στίς 10.1.1963 ἐνῶ ἤδη τήν ἑπόμενη μέρα δημοσιεύθηκαν ὑπερασπιστικά ἄρθρα στήν «Ἀναγέννησι», τήν «Ἐλευθέρα Γνώμη» καί στό «Ἐλεύθερο Βῆμα»8. Ἀρκετούς ἐχθρούς ἀπέκτησε ὁ Τρίκκης Διονύσιος καί τό 1965, πολεμῶντας τό μεταθετό9. Ἀλλά ἡ δριμύτερη κριτική ἀπό τίς περισσότερες πλευρές εἶχε ἀσκηθεῖ πρός τόν Τρίκκης Διονύσιο, ἐπειδή διετέλεσε μέλος τῆς Ἀριστίνδην Συνόδου τοῦ 1967. Ἐνῶ ταυτόχρονα κάποιοι ἀπό τούς συγχρόνους του τόν ἀποκαλοῦσαν ἀποστολικό ἱεράρχη10 καί τόν τοποθετοῦσαν στήν ἴδια σειρά μέ τούς Πατέρες11.